Τετάρτη, 20 Απριλίου 2011

εξομολόγηση βάθους


...στο παρεκκλήσι της μονής του αγίου Παταπίου, ο νεαρός μοναχός πάτερ Ευδόκιμος προσευχόταν βαθιά. 
Προσευχόταν για να αποβάλει από μέσα του τον πειρασμό που είχε πονηρά τρυπώσει και τον ταλαιπωρούσε μέρα και νύχτα.
- Γιατί Θεέ μου δεν βοηθάς το δίστιχο σου τέκνο; Σε εκλιπαρώ ουράνιε πατέρα, δώσε μου την λύτρωση, προσευχόταν ο θλιμμένος μοναχός.
Ήταν όλη μέρα στο παρεκκλήσι βυθισμένος στην προσευχή του και δεν είχε αντιληφθεί, την άφιξη στο μοναστήρι της ηγουμένης από την μονή της αγίας Αποτέτοιας, μαζί με την συνοδεία της, την νεαρή καλογραία Ενάρετη. Ήταν η ώρα του εσπερινού αλλά εκείνος δεν θα σηκωνόταν από την βαθιά προσευχή του.

Η πόρτα του παρεκκλησίου έτριξε στο άνοιγμα τις και μία γλυκιά μυρωδιά ισέβαλε. Βήματα άρχισαν να ακουμπούν το πέτρινο δάπεδο. Ο Ευδόκιμος δεν αποσπάστηκε από την προσευχή του αλλά αυτή η μυρωδιά... αυτή η μυρωδιά λιβανιού, λεβάντας και βασιλικού, ανάκατη με αυτό το γλυκό και συνάμα περίεργο άρωμα τον αναστάτωνε. Τα βήματα σταμάτησαν στα δεξιά του, στα στασίδια. Αυτός συνέχισε να προσπαθεί να μείνει προσηλωμένος στην προσευχή του αλλά μάτεα. Αυτή η μυρωδιά ήταν δυνατότερη από την θέληση του. Διστακτικά κοίταξε δεξιά του να δει ποιος ήταν η πηγή αυτού του αρώματος.

Ήταν η νεαρά καλογραία Ενάρετη που προσευχόταν και αυτή.

Ο Ευδόκιμος Κοκκίνισε άθελα του και ένιωσε το ανδρικό του όργανο να ζεσταίνεται και να ανάβει σαν τις λαμπάδες της ανάστασης. Αναστατωμένος προσπάθησε να βυθιστεί ξανά στην προσευχή του αλλά ήταν μάταιο. Γύρισε και ξανακοιτάξε την καλογραία... και ανακάλυψε ότι και το δικό της βλέμμα ήταν στραμμένο προς αυτόν. Τα βλέμματα τους διασταυρώθηκαν για λίγα δευτερόλεπτα... αλλά ήταν όσο χρειαζόταν για να επιτρέψει στον σατανά να κάνει τον μοναχό να πάρει φωτιά. Τρομαγμένος ο Ευδόκιμος έσκυψε πάλι και προσποιήθηκε πως προσεύχεται.
...και τότε άκουσε την φωνούλα της... 
- Πάτερ;
Σήκωσε ξανά το κεφάλι του και την ξανακοίταξε.
- Ναι τέκνον μου; Τι μπορώ να κάνω για σένα;
- Πάτερ θέλω να με εξομολογήσεις...
- Μα... ε... μα πως; ...μα γιατί;;; κατάφερε να ψελλίσει ο μοναχός.
- Γιατί είμαι αμαρτωλή πάτερ, είπε και έκρυψε το πρόσωπο της μέσα στα χέρια της.
- Όλοι είμαστε αμαρτωλοί τέκνον μου, απάντησε ο Ευδόκιμος.
- Έχω τον οξωαποδώ μέσα μου, έκλαψε εκείνη.
- Μέσα σου;
- Ναι! Μέσα μου βαθιά!!! Αποκρίθηκε η καλογραία Ενάρετη κοιτάζοντας τον στα μάτια με ένα βλέμμα σχεδόν λάγνο.
Κάτι ετοιμαζόταν μέσα του να εκραγεί. Σηκώθηκε από την θέση του, την πλησίασε και μετά γονάτισε δίπλα της.
- Πως σε λένε τέκνον μου;
- Αδερφή Ενάρετη πάτερ, του απαντάει.
- Πες μου τέκνον μου, πες μου, τι σε βασανίζει; Την ρωτάει χαμηλόφωνα.
- Ντρέπομαι πάτερ μου, ντρέπομαι...
- Είσαι ενώπιον του Θεού τέκνον μου, της λέει, μίλησε και ξαλάφρωσε μπροστά του.
Μετά από έναν δισταγμό του λέει.
- Ο σατανάς μου έχει βάλει φωτιά!!! Είναι μέσα μου και με ανάβει... με καίει και με κάνει να θέλω να γευτώ την σάρκα, είπε και τα μάτια της άστραψαν σαν κεραυνοί.
- Πού είναι ο σατανάς τέκνον μου; Την ρωτάει ο μοναχός.
Αυτή αμέσως, σηκώνοντας το ράσο της, του αποκαλύπτει τα άσπρα και καλλίγραμμα πόδια της, που ανοίγοντας τα, του δείχνει το ζεστό και ξαναμμένος της αιδοίο.
- Εδώ έχει μπει ο σατανάς πάτερ μου και με βασανίζει...

Ο νεαρός μοναχός σκύβει για να προσευχηθεί... αλλά αντί αυτού πέφτει με τα μούτρα στην ζωοδόχο της πηγή για να πιει αχόρταγα τα γλυκά τις υγρά. Αυτή με έναν αναστεναγμό πέφτει πίσω.
Ο πάτερ Ευδόκιμος αρχίζει και γλείφει το άγιο δισκοπότηρο της αδερφής Ενάρετης, πότε παίζοντας με την γλώσσα του το μαργαριτάρι της, άλλοτε βάζοντας την μέσα στην υγρή πηγούλα της και άλλοτε γλείφοντας την ροδοκόκκινη οπή της αγίας της έδρας.
Η νεαρή καλογραία άρχισε να ψέλνει το "υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια" και να αναστενάζει. Το όργανο του μοναχού κόντευε να σκάσει και ζητούσε τον καθαρό αέρα όπως το ποίμνιο τον ποιμένα. Έτσι και αυτός, λύνοντας το ζωνάρι του, άφησε το σκήπτρο του να ανυψωθεί στα ουράνια. Άρχισε να παίζει μαζί του καθώς δάγκωνε τον απαγορευμένο καρπό της αδερφής Ενάρετης και αυτή σφίγγοντας με τα μπούτια της  το πρόσωπο του καλόγερου πάνω στην φάτνη της, ένιωσε τον οργασμό να διαπερνά την ραχοκοκαλιά της.
- Αχχχχ Θεέ μου, ενστικτωδώς ξέφυγε από τα υγρά χείλι της.
Έξαφνα η εικόνα του υπερδύναμου εμφανίστηκε στο μυαλό του μοναχού.
-Οοοοο Θεέ μου!!! Τι έκανα;;; Αμάρτησα!!!!
- Όχι... του αποκρίθηκε η καλογραία, θα απαρτίσεις αν με αφήσεις έτσι, και άρπαξε με τα χέρια της, το ψιλό και ορθό καμπαναριό του καλόγερου. Άρχισε να το παίζει μέσα στα χέρια της, το πλησίασε και άρχισε να το γεύεται με την γλυκιά της γλώσσα. Σιγά σιγά τα χείλια της άρχισαν να καλύπτουν την καμπάνα του Ευδόκιμου και άρχισε να την γλίφει. Άλλοτε τρυφερά, άλλοτε παθιασμένα, πότε με μικρά δαγκωματάκια και πότε με πίεση της γλώσσας της έκανε τον μοναχό να αρχίσει να βογκάει σαν τον μόσχο τον σιτευτό. Συνεχίζοντας η καλογραία το προσκύνημα έκανε τον καλόγερο να φωνάξει... 
- Αλληλούια...ααααα....ααααα.....Αλληλούιαααααααααα!!!!!!!!!!!!!!!!
Αγιασμός άρχισε να ξεχειλίζει και να γεμίζει το στόμα της αδερφής Ενάρετης που τον ρουφούσε για να μην ξεφύγει τίποτα από την αγιότητα του. Συνέχισε αυτό για λίγο ακόμα ώσπου ξαφνικά ο μοναχός άρχισε πάλι να κλαψουρίζει.
- Θεέ μου τι έκανα; Τι έκανα;; 
Η καλογραία ξαφνικά του στράφτει έναν μπάτσο και βγάζει τον στηθόδεσμο της αποκαλύπτοντας του τα στήθια τις στρογγυλά και φουσκωμένα σαν τους τρούλους της Παναγίας Σουμελά. Βάζοντας το πρόσωπο του Ευδόκιμου ανάμεσα τους και πιέζοντας με τους γοφούς της τα λαγόνια του έκανε τον μονάχο να σταματήσει το κλαψούρισμα και τον ανδρισμό του να ανυψωθεί πάλι στα ουράνια ως αρχάγγελος. Έξαφνα σηκώνετε όρθιος παίρνοντας και αυτήν μαζί του. Την ακουμπάει με την πλάτη στον τοίχο και πέφτει πάνω της. Αυτή γαντζώνεται πάνω του αφήνοντας το σκήπτρο του να μπει μέσα της με δύναμη και να ξετρυπώσει τον κριμένο σατανά. Αρχίζει να ψέλνει το "χαίρε νύμφη ανύμφευτε" και αυτός με λύσσα να προσπαθεί να φτάσει τον οξωαποδώ, πηγαίνοντας όλο και πιο βαθεία. Η νεαρή καλογραία κουνώντας και αυτή τον γοφό της και τυλίγοντας τα πόδια της γύρο του, βοηθούσε και αυτή τον ιδρωμένο εξορκιστή στο έργο του. Ο μοναχός συνέχιζε με πάθος τον εξορκισμό δαγκώνοντας τους τρούλους της Ενάρετης.
- Δέξου τον Χριστό μέσα σου αμαρτωλή, άρχισε να φωνάζει ο Ευδόκιμος κάνοντας την αδερφή να φωνάζει "Αααααμμμμμμηηηηήνννννν" και να καταρρεύσει από ηδονή στα χέρια του.
Όταν η καλογραία ξεαλληθώρισε του φίλησε τα μισάνοιχτα χείλι και με λάγνο βλέμμα του ψιθίρισε.
- Είμαι αμαρτολή... τιμώρησε με...
Το βλέμμα του μοναχού άστραψε!!!
- Και οι δυο μας είμαστε αμαρτωλοί!!!! Μαζί θα καούμε στην κόλαση, και αρπάζοντας την, την ρίχνει μπρούμυτα στο στασίδι κάνοντας έτσι να αποκαλυφθεί η αφράτη και στρογγυλή αγία της έδρα.
Άρχισε χαϊδεύοντας την έδρα της με το ιερό σκεύος κάνοντας την να επαναλαμβάνει... 
- Σώσε με, σώσε με...
- Θα σε σώσω πόρνη της Βαβυλώνας φώναζε την ώρα που διεισδύε ο Άγιος του μέσα στην μέχρι τότε απαραβίαστη Κρύπτη της άγιας τράπεζας της.
- Στα Σοδομάαααα!!!!!! Φώναξαν και οι δύο αρχίζοντας με πάθος να ψάχνουν τον σατανά, μπας και κρίφτηκε εκεί.
Κρατιόταν όπου βρίσκαν και έριχναν ότι τύχαινε να βρεθεί στο διάβα τους. Οι εικόνες άρχισαν να πέφτουν από την θέση τους, τα λιβανιστήρια να λιβανίζουν μόνα τους και τα μανουάλια να πηγαίνουν πέρα δώθε από την ορμή και το πάθος του ζευγαριού. Και την στιγμή που ο κρίνος του Ευδόκιμου γέμιζε με αγιασμό το τριαντάφυλλο της Ενάρετης... οι καμπάνες της εκκλησίας άρχισαν να χτυπάνε δυνατά και μανιασμένα, λες και ο Θεός ο ίδιος ήρθε σε οργασμό.
Το ιδρωμένο και γυμνό ζευγάρι άρχισε να βαριανασένει. Η καλογραία άρχισε να ψέλνει το "σώσον κύριε τον λαό σου" και ο μοναχός να μουρμουρίζει "απεταξάμην το σατανά". Μετά από λίγο όλα ηρέμισαν. Η ησυχία γύρισε στο παρεκκλήσι. Δειλά τα δύο νεαρά κορμιά άρχισαν να ντύνονται με τα βαριά και άχαρα ράσα.
Ο πάτερ Ευδόκιμος ξαναγονάτισε και άρχισε πάλι την προσευχή του. Η νεαρά καλογραία κατευθύνθηκε προς την έξοδο του παρεκκλησίου. Άνοιξε την θύρα και γύρισε προς τον μοναχό.
- Πάτερ; Του είπε.
- Ναι τέκνον μου; Απάντησε ο καλόγερος.
- Σε ευχαριστώ που με εξομολόγησες και ξαλάφρωσες την ψυχή μου.
- Χρέος μου, της απάντησε. Όποτε νιώσεις ξανά την ανάγκη εδώ θα είμαι, συμπλήρωσε.
- Θα την νιώσω, του είπε και με ένα μειδίαμα και ένα ανεπαίσθητο κλείσιμο του ματιού, βγήκε έξω και χάθηκε από τα μάτια του Ευδόκιμου.
Ο μοναχός έμεινε λίγο κοιτώντας την έξοδο και μετά επέστρεψε στην προσευχή του. Μόνο που τώρα στο μυαλό του δεν ήταν ο Θεός αλλά το κωλαράκι της αδερφής Ενάρετης.

ΤΕΛΟΣ (πάντων)

...βρε θα πέσει φωτιά να με κάψει...


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου