Παρασκευή, 8 Απριλίου 2011

...σε ξαναέχασα


...η φασολάδα ήταν απαίσια.
Θα έπρεπε να είχα φάει τον μάγειρα τελικά. Αλλά δεν γινόταν, γιατί ξανά, είχα μεταμορφωθεί σε άνθρωπο και έπρεπε να στρώσει το στομάχι μου από το χθεσινοβραδινό θύμα μου. Βγήκα βιαστικά από το μαγειρείο, σχεδόν τρέχοντας. Οι δρόμοι ήταν ήσυχοι και όλος ο κόσμος ήταν κριμένος, από το κρύο, στα σπίτια του. Υπήρχε μόνο αυτός που ήταν πίσω μου και άκουγα τα βήματα του να με ακολουθούν.
- Μίλησες με το φεγγάρι χθες? με ρώτησε ακουμπώντας τον ώμο μου.
- Ναι, του απάντησα, γυρνώντας απότομα.
Ήταν ένας μεσήλικας, φαλακρός με σγουρή χαίτη βαμμένη κατάμαυρη. Φορούσε χρυσά δαχτυλίδια σε σχεδόν όλα του τα δάχτυλα, χρυσή και χοντρή καδένα στον λαιμό του, που μόστραρε πάνω στην πυκνή γκατζότριχα του στήθους του και ανάμεσα από τους γιακάδες, του εμπριμέ και μισοκουμπομένου πουκαμίσου, που ήταν ασορτί με την καουμπόικη του μπότα, από δέρμα φιδιού.
- Και τι σου είπε? συνέχισε.
Από την μυρωδιά του κατάλαβα ότι ήταν μεθυσμένος. Είχε πιει το χθεσινοβραδινό νερό της βροχής, άρα γνώριζε πολλά περισσότερα από όσα μπορούσε να καταλάβει. Ήταν σίγουρο πως δεν μπορούσα να κρυφτώ από αυτόν.
- Τι θέλεις? αγρίεψα.
- Να μάθω αν σε αγαπάει? με ρωτάει με επίμονο βλέμμα.
- Το φεγγάρι αγαπάει μόνο όσους το σέβονται και το αγαπάνε και αυτοί. Και εγώ το λατρεύω και το ξέρει! απαντάω, τραβώντας απότομα τον ώμο μου για να ελευθερωθεί από το χέρι του που άρχισε να γίνετε ενοχλητικό.
- Δεν σε ρωτάω για το φεγγάρι ρε χαζέ. Σε ρωτάω γι' αυτήν, επιμένει. Σε αγαπάει ρε χαζούλι? και αρχίζει να χαχανίζει προκαλώντας την τύχη του.
- Το φεγγάρι δεν απαντάει σε τέτοιες ηλίθιες ερωτήσεις, αποκρίθηκα, αλλά εσένα τι σε κόφτει? συνέχισα.
- Έχουμε τα σχέδια μας, απάντησε χασκογελώντας με τον απαίσιο τρόπο των νάνων.
Τότε κατάλαβα! Ήταν ένας νάνος των παγετώνων και είχε πάρει την μορφή λαϊκού νταλικέρη. Κινδύνευα. Έπρεπε να τρέξω όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Αλλά συνάμα τσατίστικα και δεν το κούνησα ρούπι. Δεν με ένοιαζε που ίσως κατέληγα για χιλιάδες χρόνια παγωμένος και χωμένος βαθιά μέσα σε έναν παγετώνα, με νάνους να κάνουν πατινάζ από πάνω μου, χαχανίζοντας με το μοναδικά απαίσιο τρόπο τους.
- Οκ φιλαράκο, θα σου πω, του απάντησα χαμογελώντας. Χθες το βράδυ που είχε πανσέληνο, διηγήθηκα στο φεγγάρι, την ιστορία του πώς εμφανίστηκε μπροστά μου αυτή, που μάταια έψαχνα τα τελευταία χρόνια και πως την ξαναέχασα. Επίσης το ρώτησα τι μπορώ να κάνω και αν μου επιτρέπει να τις στίσω ενέδρα.
- Και τι σου απάντησε? ψέλλισε ο under cover νάνος.
Δίστασα αλλά συνέχισα.
- Η απάντησή που πείρα ήταν ερώτηση.
- Τι ερώτηση? ξαναρώτισε με νευρικό, πλέον, βλέμμα.
Τώρα ήταν η σειρά μου να χαχανίζω. Δεν ξέρω τι, αλλά κάτι ήταν σημαντικό γι αυτόν.
- Η ερώτηση απάντηση, του φεγγαριού, ήταν αγαπητέ μου... Πρώτον, αν είμαι σίγουρος ότι είναι αυτή που ψάχνω, και δεύτερον, τι με κάνει να πιστεύω, ότι η ενέδρα μου θα είναι πετυχημένη.
- Και? και? και? έκανε ο νάνος με την αγωνία του να κορυφώνεται.
- Γιατί ρωτάς νάνε? και με την ερώτηση μου, έκανα το πρόσωπο του, να φιλοξενήσει τον πανικό.
- Πως με κατάλαβες λύκε? είπε αρχίζοντας να αλλάζει την μορφή του σε νάνο των παγετώνων.
Αλλά εγώ ήδη, είχα μεταμορφωθεί σε λύκο. Δεν θα έχανα ποτέ την ευκαιρία για την συνέχεια.
- Γιατί είμαι λύκος, νάνε, του απάντησα την ώρα που τον σκότωνα.
Δεν θα τον έτρωγα. Οι νάνοι είναι πικροί. Θα τον άφηνα να τον ξεκοκαλίσουν τα κοπάδια τον σαρκοβόρων κάγκουρων και χουλίγκανων της γειτονιάς που δεν έχουν εκλεπτυσμένους ουρανίσκους. Το κέφι μου πλέον είχε φτιάξει. Αποφάσισα να σκεφτώ, αυτά που το φεγγάρι μου είχε πει, κάνοντας μια βόλτα μέσα στο κρύο. Μου αρέσει το κρύο όταν είμαι λύκος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου