Πέμπτη, 21 Απριλίου 2011

Dragon


η αποικία μυρμηγκιών στις σόλες μου


...στης σόλες των παπουτσιών μου υπήρχε μία αποικία μυρμηγκιών. Όχι πολύ μεγάλη αλλά αξιοπρεπέστατη. Χωρισμένη στα δύο, οργανωμένη και μοιρασμένη σε δεξί και αριστερό παπούτσι. Η βασίλισσα είχε την έδρα της στο δεξί υπόδημα και τα αυγά της στο αριστερό. Εργάτες και στα δύο με μία μικρή υπεροχή στο παπούτσι της βασίλισσας. Αυτό έδινε μία περίεργη αίσθηση στο περπάτημα καθώς υπήρχε μία διαφορά βάρους στα δύο πατούμενα. Το αριστερό, περιέργος,  το ένιωθα πιο βαρύ.
Επίσης όταν στεκόμουν όρθιος κάπως σαν να γλιστρούσα. Ήταν μία ευχάριστη αίσθηση. Αυτό συνέβαινε διότι τα μυρμήγκια άλλοτε και από τους δύο τομείς άλλοτε μόνο από τον ένα, ανασήκωναν τις υπό-αποικίες τους, ένα με δύο χιλιοστά από το δάπεδο. Κατ' επέκταση ανασήκωναν και τις σόλες των παπουτσιών μου, μαζί με τα παπούτσια και αν βρισκόμουν και εγώ μέσα τους, τότε μαζί και εμένα. Δεν ήταν άσχημα! Απλά σε περίπτωση που ήμουν κουρασμένος μου έφερνε μία ελαφριά ναυτία.
Ενίοτε προσπαθούσα, με την βοήθεια των μυρμηγκιών, να κατευθυνθώ προς κάποιο σημείο της αρεσκείας μου. Έτσι όπως έκανα με τα παπούτσια που στις σόλες τους υπήρχαν σκουλίκια. Μάταια! Τα μυρμήγκια αρκούνταν στο να με κάνουν να περιστρέφομαι γύρο από τον εαυτό μου. Και αυτό στην καλλίτερη περίπτωση και μετά από μεγάλη προσπάθεια. Όπως και να έχει πάντως ήταν αρκετά διασκεδαστικό μα όχι και πρακτικό.
Πολύ πρακτικό ήταν ότι πάντα έβρισκες και τα δύο παπούτσια μαζί, σε αντίθεση με τα παπούτσια που στις σόλες τους είχαν σκουλίκια. Επίσης αν πατούσες πάνω σε ψίχουλα, λάδια ή υπολείμματα φαγητού, οι κάτοικοι των σόλων μου τα καθάριζαν σε ελάχιστο χρόνο. Το μόνο ενοχλητικό ήταν πως αν δεν τα φορούσα, έπρεπε να κρατάω την εξώπορτα κλειστή, γιατί με την πρώτη ευκαιρία τα μυρμήγκια την κοπανούσανε μαζί με τα παπούτσια μου. Αν όμως κρατούσες την πόρτα κλειστή δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα. Και έτσι, συνίθος, έβρισκα τα παπούτσια μου δίπλα στην εξώπορτα. Πολύ βολικό και πολύ πρακτικό. Έτσι ένα μειονέκτημα μετατρέπονταν σε πλεονέκτιμα.
Το καλοκαίρι όμως, που χρειαζότανε οι πόρτες και τα παράθυρα να είναι ανοιχτά για να δροσίζει το σπίτι, για να μην το σκάσουν μαζί με την αποικία-παπούτσια μου, έπρεπε να τα δένω με τα κορδόνια τους από το έπιπλο στο χολ. Όμως λόγο του ότι τα συγκεκριμένα παπούτσι ήταν άρβυλα και το καλοκαίρι δεν πολυφοριόταν, απλά παρέμεναν δεμένα στο έπιπλο χωρίς αυτό να μου δημιουργεί πρόβλημα.
Γενικά ήμουν ευχαριστημένος από τα παπούτσια μου και νομίζω και τα μυρμήγκια. Αυτό που δεν ξέρω όμως είναι αν τα παπούτσια ήταν ευχαριστημένα από μας. Δεν το συζητήσαμε ποτέ αυτό, αν και νομίζω πως αν υπήρχε πρόβλημα θα είχε αναφερθεί.
Όπως και να έχει πάντως, αυτά γινόταν κάποτε. Τώρα όμως;

Τετάρτη, 20 Απριλίου 2011

εξομολόγηση βάθους


...στο παρεκκλήσι της μονής του αγίου Παταπίου, ο νεαρός μοναχός πάτερ Ευδόκιμος προσευχόταν βαθιά. 
Προσευχόταν για να αποβάλει από μέσα του τον πειρασμό που είχε πονηρά τρυπώσει και τον ταλαιπωρούσε μέρα και νύχτα.
- Γιατί Θεέ μου δεν βοηθάς το δίστιχο σου τέκνο; Σε εκλιπαρώ ουράνιε πατέρα, δώσε μου την λύτρωση, προσευχόταν ο θλιμμένος μοναχός.
Ήταν όλη μέρα στο παρεκκλήσι βυθισμένος στην προσευχή του και δεν είχε αντιληφθεί, την άφιξη στο μοναστήρι της ηγουμένης από την μονή της αγίας Αποτέτοιας, μαζί με την συνοδεία της, την νεαρή καλογραία Ενάρετη. Ήταν η ώρα του εσπερινού αλλά εκείνος δεν θα σηκωνόταν από την βαθιά προσευχή του.

Η πόρτα του παρεκκλησίου έτριξε στο άνοιγμα τις και μία γλυκιά μυρωδιά ισέβαλε. Βήματα άρχισαν να ακουμπούν το πέτρινο δάπεδο. Ο Ευδόκιμος δεν αποσπάστηκε από την προσευχή του αλλά αυτή η μυρωδιά... αυτή η μυρωδιά λιβανιού, λεβάντας και βασιλικού, ανάκατη με αυτό το γλυκό και συνάμα περίεργο άρωμα τον αναστάτωνε. Τα βήματα σταμάτησαν στα δεξιά του, στα στασίδια. Αυτός συνέχισε να προσπαθεί να μείνει προσηλωμένος στην προσευχή του αλλά μάτεα. Αυτή η μυρωδιά ήταν δυνατότερη από την θέληση του. Διστακτικά κοίταξε δεξιά του να δει ποιος ήταν η πηγή αυτού του αρώματος.

Ήταν η νεαρά καλογραία Ενάρετη που προσευχόταν και αυτή.

Ο Ευδόκιμος Κοκκίνισε άθελα του και ένιωσε το ανδρικό του όργανο να ζεσταίνεται και να ανάβει σαν τις λαμπάδες της ανάστασης. Αναστατωμένος προσπάθησε να βυθιστεί ξανά στην προσευχή του αλλά ήταν μάταιο. Γύρισε και ξανακοιτάξε την καλογραία... και ανακάλυψε ότι και το δικό της βλέμμα ήταν στραμμένο προς αυτόν. Τα βλέμματα τους διασταυρώθηκαν για λίγα δευτερόλεπτα... αλλά ήταν όσο χρειαζόταν για να επιτρέψει στον σατανά να κάνει τον μοναχό να πάρει φωτιά. Τρομαγμένος ο Ευδόκιμος έσκυψε πάλι και προσποιήθηκε πως προσεύχεται.
...και τότε άκουσε την φωνούλα της... 
- Πάτερ;
Σήκωσε ξανά το κεφάλι του και την ξανακοίταξε.
- Ναι τέκνον μου; Τι μπορώ να κάνω για σένα;
- Πάτερ θέλω να με εξομολογήσεις...
- Μα... ε... μα πως; ...μα γιατί;;; κατάφερε να ψελλίσει ο μοναχός.
- Γιατί είμαι αμαρτωλή πάτερ, είπε και έκρυψε το πρόσωπο της μέσα στα χέρια της.
- Όλοι είμαστε αμαρτωλοί τέκνον μου, απάντησε ο Ευδόκιμος.
- Έχω τον οξωαποδώ μέσα μου, έκλαψε εκείνη.
- Μέσα σου;
- Ναι! Μέσα μου βαθιά!!! Αποκρίθηκε η καλογραία Ενάρετη κοιτάζοντας τον στα μάτια με ένα βλέμμα σχεδόν λάγνο.
Κάτι ετοιμαζόταν μέσα του να εκραγεί. Σηκώθηκε από την θέση του, την πλησίασε και μετά γονάτισε δίπλα της.
- Πως σε λένε τέκνον μου;
- Αδερφή Ενάρετη πάτερ, του απαντάει.
- Πες μου τέκνον μου, πες μου, τι σε βασανίζει; Την ρωτάει χαμηλόφωνα.
- Ντρέπομαι πάτερ μου, ντρέπομαι...
- Είσαι ενώπιον του Θεού τέκνον μου, της λέει, μίλησε και ξαλάφρωσε μπροστά του.
Μετά από έναν δισταγμό του λέει.
- Ο σατανάς μου έχει βάλει φωτιά!!! Είναι μέσα μου και με ανάβει... με καίει και με κάνει να θέλω να γευτώ την σάρκα, είπε και τα μάτια της άστραψαν σαν κεραυνοί.
- Πού είναι ο σατανάς τέκνον μου; Την ρωτάει ο μοναχός.
Αυτή αμέσως, σηκώνοντας το ράσο της, του αποκαλύπτει τα άσπρα και καλλίγραμμα πόδια της, που ανοίγοντας τα, του δείχνει το ζεστό και ξαναμμένος της αιδοίο.
- Εδώ έχει μπει ο σατανάς πάτερ μου και με βασανίζει...

Ο νεαρός μοναχός σκύβει για να προσευχηθεί... αλλά αντί αυτού πέφτει με τα μούτρα στην ζωοδόχο της πηγή για να πιει αχόρταγα τα γλυκά τις υγρά. Αυτή με έναν αναστεναγμό πέφτει πίσω.
Ο πάτερ Ευδόκιμος αρχίζει και γλείφει το άγιο δισκοπότηρο της αδερφής Ενάρετης, πότε παίζοντας με την γλώσσα του το μαργαριτάρι της, άλλοτε βάζοντας την μέσα στην υγρή πηγούλα της και άλλοτε γλείφοντας την ροδοκόκκινη οπή της αγίας της έδρας.
Η νεαρή καλογραία άρχισε να ψέλνει το "υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια" και να αναστενάζει. Το όργανο του μοναχού κόντευε να σκάσει και ζητούσε τον καθαρό αέρα όπως το ποίμνιο τον ποιμένα. Έτσι και αυτός, λύνοντας το ζωνάρι του, άφησε το σκήπτρο του να ανυψωθεί στα ουράνια. Άρχισε να παίζει μαζί του καθώς δάγκωνε τον απαγορευμένο καρπό της αδερφής Ενάρετης και αυτή σφίγγοντας με τα μπούτια της  το πρόσωπο του καλόγερου πάνω στην φάτνη της, ένιωσε τον οργασμό να διαπερνά την ραχοκοκαλιά της.
- Αχχχχ Θεέ μου, ενστικτωδώς ξέφυγε από τα υγρά χείλι της.
Έξαφνα η εικόνα του υπερδύναμου εμφανίστηκε στο μυαλό του μοναχού.
-Οοοοο Θεέ μου!!! Τι έκανα;;; Αμάρτησα!!!!
- Όχι... του αποκρίθηκε η καλογραία, θα απαρτίσεις αν με αφήσεις έτσι, και άρπαξε με τα χέρια της, το ψιλό και ορθό καμπαναριό του καλόγερου. Άρχισε να το παίζει μέσα στα χέρια της, το πλησίασε και άρχισε να το γεύεται με την γλυκιά της γλώσσα. Σιγά σιγά τα χείλια της άρχισαν να καλύπτουν την καμπάνα του Ευδόκιμου και άρχισε να την γλίφει. Άλλοτε τρυφερά, άλλοτε παθιασμένα, πότε με μικρά δαγκωματάκια και πότε με πίεση της γλώσσας της έκανε τον μοναχό να αρχίσει να βογκάει σαν τον μόσχο τον σιτευτό. Συνεχίζοντας η καλογραία το προσκύνημα έκανε τον καλόγερο να φωνάξει... 
- Αλληλούια...ααααα....ααααα.....Αλληλούιαααααααααα!!!!!!!!!!!!!!!!
Αγιασμός άρχισε να ξεχειλίζει και να γεμίζει το στόμα της αδερφής Ενάρετης που τον ρουφούσε για να μην ξεφύγει τίποτα από την αγιότητα του. Συνέχισε αυτό για λίγο ακόμα ώσπου ξαφνικά ο μοναχός άρχισε πάλι να κλαψουρίζει.
- Θεέ μου τι έκανα; Τι έκανα;; 
Η καλογραία ξαφνικά του στράφτει έναν μπάτσο και βγάζει τον στηθόδεσμο της αποκαλύπτοντας του τα στήθια τις στρογγυλά και φουσκωμένα σαν τους τρούλους της Παναγίας Σουμελά. Βάζοντας το πρόσωπο του Ευδόκιμου ανάμεσα τους και πιέζοντας με τους γοφούς της τα λαγόνια του έκανε τον μονάχο να σταματήσει το κλαψούρισμα και τον ανδρισμό του να ανυψωθεί πάλι στα ουράνια ως αρχάγγελος. Έξαφνα σηκώνετε όρθιος παίρνοντας και αυτήν μαζί του. Την ακουμπάει με την πλάτη στον τοίχο και πέφτει πάνω της. Αυτή γαντζώνεται πάνω του αφήνοντας το σκήπτρο του να μπει μέσα της με δύναμη και να ξετρυπώσει τον κριμένο σατανά. Αρχίζει να ψέλνει το "χαίρε νύμφη ανύμφευτε" και αυτός με λύσσα να προσπαθεί να φτάσει τον οξωαποδώ, πηγαίνοντας όλο και πιο βαθεία. Η νεαρή καλογραία κουνώντας και αυτή τον γοφό της και τυλίγοντας τα πόδια της γύρο του, βοηθούσε και αυτή τον ιδρωμένο εξορκιστή στο έργο του. Ο μοναχός συνέχιζε με πάθος τον εξορκισμό δαγκώνοντας τους τρούλους της Ενάρετης.
- Δέξου τον Χριστό μέσα σου αμαρτωλή, άρχισε να φωνάζει ο Ευδόκιμος κάνοντας την αδερφή να φωνάζει "Αααααμμμμμμηηηηήνννννν" και να καταρρεύσει από ηδονή στα χέρια του.
Όταν η καλογραία ξεαλληθώρισε του φίλησε τα μισάνοιχτα χείλι και με λάγνο βλέμμα του ψιθίρισε.
- Είμαι αμαρτολή... τιμώρησε με...
Το βλέμμα του μοναχού άστραψε!!!
- Και οι δυο μας είμαστε αμαρτωλοί!!!! Μαζί θα καούμε στην κόλαση, και αρπάζοντας την, την ρίχνει μπρούμυτα στο στασίδι κάνοντας έτσι να αποκαλυφθεί η αφράτη και στρογγυλή αγία της έδρα.
Άρχισε χαϊδεύοντας την έδρα της με το ιερό σκεύος κάνοντας την να επαναλαμβάνει... 
- Σώσε με, σώσε με...
- Θα σε σώσω πόρνη της Βαβυλώνας φώναζε την ώρα που διεισδύε ο Άγιος του μέσα στην μέχρι τότε απαραβίαστη Κρύπτη της άγιας τράπεζας της.
- Στα Σοδομάαααα!!!!!! Φώναξαν και οι δύο αρχίζοντας με πάθος να ψάχνουν τον σατανά, μπας και κρίφτηκε εκεί.
Κρατιόταν όπου βρίσκαν και έριχναν ότι τύχαινε να βρεθεί στο διάβα τους. Οι εικόνες άρχισαν να πέφτουν από την θέση τους, τα λιβανιστήρια να λιβανίζουν μόνα τους και τα μανουάλια να πηγαίνουν πέρα δώθε από την ορμή και το πάθος του ζευγαριού. Και την στιγμή που ο κρίνος του Ευδόκιμου γέμιζε με αγιασμό το τριαντάφυλλο της Ενάρετης... οι καμπάνες της εκκλησίας άρχισαν να χτυπάνε δυνατά και μανιασμένα, λες και ο Θεός ο ίδιος ήρθε σε οργασμό.
Το ιδρωμένο και γυμνό ζευγάρι άρχισε να βαριανασένει. Η καλογραία άρχισε να ψέλνει το "σώσον κύριε τον λαό σου" και ο μοναχός να μουρμουρίζει "απεταξάμην το σατανά". Μετά από λίγο όλα ηρέμισαν. Η ησυχία γύρισε στο παρεκκλήσι. Δειλά τα δύο νεαρά κορμιά άρχισαν να ντύνονται με τα βαριά και άχαρα ράσα.
Ο πάτερ Ευδόκιμος ξαναγονάτισε και άρχισε πάλι την προσευχή του. Η νεαρά καλογραία κατευθύνθηκε προς την έξοδο του παρεκκλησίου. Άνοιξε την θύρα και γύρισε προς τον μοναχό.
- Πάτερ; Του είπε.
- Ναι τέκνον μου; Απάντησε ο καλόγερος.
- Σε ευχαριστώ που με εξομολόγησες και ξαλάφρωσες την ψυχή μου.
- Χρέος μου, της απάντησε. Όποτε νιώσεις ξανά την ανάγκη εδώ θα είμαι, συμπλήρωσε.
- Θα την νιώσω, του είπε και με ένα μειδίαμα και ένα ανεπαίσθητο κλείσιμο του ματιού, βγήκε έξω και χάθηκε από τα μάτια του Ευδόκιμου.
Ο μοναχός έμεινε λίγο κοιτώντας την έξοδο και μετά επέστρεψε στην προσευχή του. Μόνο που τώρα στο μυαλό του δεν ήταν ο Θεός αλλά το κωλαράκι της αδερφής Ενάρετης.

ΤΕΛΟΣ (πάντων)

...βρε θα πέσει φωτιά να με κάψει...


Τρίτη, 19 Απριλίου 2011

ηθική υποστήριξη και απόψε


...κάτσε, μισό λεπτό. Να το συζητήσουμε βρε αδερφέ... δηλαδή πως το σκέφτεσαι; ...χμ... Βασικά το σκεφτικές καθόλου ή;... Καλά, καλά. Ας μην τρελαινόμαστε. Ψυχραιμία θέλει εδώ... και να τα βάλουμε σε μία σιρά. Ένα ένα...
Λοιπόν... Ας τα πάρουμε τα πράματα από την αρχή. Το έχεις πάρει απόφαση δηλαδή; Είσαι τελείως αποφασισμένος; Είσαι σίγουρος; Σιγουρότατος; Γιατί άμα δεν είσαι καλλίτερα να το αναβάλλεις για λίγο. Για να το σκεφτείς λίγο καλήτερα... Αλλά οκ, άμα το αποφασίσεις, εγώ μαζί σου. Και φυσικά δεν θα σου πω εγώ τι θα κάνεις. Να, απλά λέω την άποψη μου.
Αλλά ξανασκέψου το. Μαλακία πας να κάνεις... εεε... 'ντάξει  ρε παιδί μου... τρόπος του λέγειν... όταν λέω μαλακία ενοώ... ενοώ... ξέρεις τώρα... Καλή φάση, δεν λέω... αλλά μαλακία... με την καλή ένια... Αλλά όπως και να έχει χοντρόμαλακία είναι. Βέβαια οκ, εσύ απφασίζεις... Άμα θες, εγώ μαζί σου. Στο ξανάπα... Μην λέμε τα ίδια συνέχεια. Εσύ τι λες;
...Α! Και συγνώμη που σε διακόπτω αλλά νομίζω ότι η γνώμη μου μετράει. Έχω πιο πολλή εμπειρία από σένα σε τέτοια ζητήματα. Εσύ είσαι λίγο... ε... πως να το πω;... εεε... λίγο βλάκας... με την καλή έννοια.. Και θα την πατήσεις άσχημα. Εγώ στο λέω... και θα με θυμηθείς. Και μην μου έρθεις μετά κλέγοντας. Καλά; Γιατί εγώ στα'λεγα... Όχι, να μην λες πως δεν στα'λεγα... μαλάκα... 
Και τι να κάνω εγώ τώρα; Έλα και στην θέση μου. Να σε αφήσω να φας το κεφάλι σου; Όχι... προτιμώ να σου σπάσω τα πόδια παρά να πάθεις κάτι κακό. Γιατί εγώ είμαι μαζί σου ρε βλάκα. Από την πλευρά σου είμαι ρε μαλάκα. Παπάρα... Και δεν μου πάει να σε αφήσω έτσι. Δεν μου πάει! Πως να το κάνουμε;
Σκάσε! Μην ακούσω καμιά μαλακία... Μόνο μην ακούσω καμιά μαλακία. Θα κάτσεις στα αυγά σου. Και ούτε που με νοιάζει αν το σκεύτικες. Παλιομαλάκα. Σουτ! Τσιμουδιά...
Αλλά οκ, ότι πεις εσύ. Δεν θα σου πω εγώ τι θα κάνεις...

ντοκιμαντέρ για την σαλαμάνδρα


Δευτέρα, 18 Απριλίου 2011

η απολογία ενός χυδαίου ευγενή


...θα έπρεπε να σας βρίζω όλη μέρα αξιότιμοι κύριοι. Αλλά δεν θα το κάμω διότι είμαι του κατωτέρου επιπέδου που μπορείτε να φανταστήτε.  Όσο και να με παρακαλάτε να σας λούσω με ακραίες χυδαιότητες δεν θα το πράξω διότι είμαι απαίσιος υπάνθρωπος.
Ντρέπομαι πάρα πολύ. Αν και θα έπρεπε να αποφεύγω να το λέω και να το δηλώνω αλλά ναι, είμαι ευγενικός. Ξέρω ότι είναι σοβαρό πρόβλημα και πρέπει να αντιμετωπιστεί άμεσα. Ξέρω πως έτσι προσβάλω τα ήθη και τα έθιμα τούτου του τόπου αλλά είναι πέρα των δυνατοτήτων μου να το ελέγξω. Πιστέψτε με, με φέρνει συχνότατα σε πολύ δύσκολη και ντροπιαστική θέση.
Σημερινό παράδειγμα. Το πρωί βγαίνοντας από το διαμέρισμα μου συναντήθηκα με την γειτόνισσα του απέναντι διαμερίσματος και αντί να της πω "άντε γαμήσου μωρή μαλακισμένη σκατόγρια"  όπως συνηθίζεται στου καλούς κύκλους, δεν ξέρω πως και από πού το βρήκα, (ντρέπομαι και μόνο που το γράφω αλλά εδώ μέσα πρέπει να λέμε όλη την αλήθεια πάντα) βγήκε από το στόμα μου ένα καθαρό και ευκρινές "καλημέρα σας". Όπως ήταν αναμενόμενο η γειτόνισσα τα έχασε και αντί να μου φτύσει στα μούτρα ένα "καλημέρα σου" όπως πολύ καλά θα μου άξιζε, κατάφερε να ψελλίσει μόνο ένα μίζερο και ελλιπές "χμφ". Την καϊμένη... Μεγάλη γυναίκα και τις φέρομαι τόσο απαίσια.
Και να ήταν μόνο αυτό... Πότε μα ποτέ, όσο και να έχω προσπαθήσει, δεν έχω χωθεί ή έστω να δοκιμάσω να χωθώ και να φάω την σειρά κάποιου ή κάποιων σε ούρα σε εφορίες, τράπεζες και πάσης φύσεως γκισέ και ποτέ μα ποτέ δεν έχω κλέψει την θέση κάποιου άλλου. Επίσης λέω με κάθε ευκαιρία εκφράσεις τύπου "ευχαριστώ", "παρακαλώ", "μήπως θα μπορούσατε..." και άλλα τέτοιες παρηκμασμένες εκφράσεις προκαλώντας την φυσική φρίκη των συνανθρώπων μου. 
Μία επίσης φρικτή συνήθεια που έχω και εξαιρετικά ενοχλητική και απαίσια για τον πλησίον μου είναι να είμαι ίσιχος. Τραγικό. Αρκετοί άνθρωποι γύρο μου προσπαθούν να μου δείξουν ποια είναι η σωστή και πρέπουσα συμπεριφορά. Προσπαθούν είτε φωνάζοντας και βρίζοντας όσο τους επιτρέπει το διάφραγμα τους, είτε βάζοντας σε εκκωφαντικές εντάσεις την μουσική της αρεσκείας τους, στο αυτοκίνητο ή στο διαμέρισμα τους, και κυρίως σε ώρες κοινής ισιχίας. Αλλά όσο και να προσπαθούν αυτοί οι άνθρωποι να με βάλουν στον σωστό δρόμο, μάταια, εγώ συνεχίζω να κάμω ισιχία.
Εδώ αξίζει να σημειώσω πως δεν διαθέτω αυτοκίνητο διότι δεν τολμώ να παρκάρω σε πεζοδρόμιο, να κλείσω μία διάβαση, να εμποδίσω οποιοδήποτε πέρασμα αρτιμελούς ή αναπήρου και αδυνατώ παντελώς να περάσω αντικανονικά έναν οποιονδήποτε δρόμο, οδηγώντας με ιλιγγιώδη ταχύτητα και προσπαθώντας να πετύχω την μητέρα με το καροτσάκι που περνάει τον δρόμο (σε περίπτωση άστοχης προσπάθειας, την μουτζώνουμε λέγοντας "που πα ρε κιούσπα").
Δυστυχώς, δεν σκουντάω, δεν σπρώχνω και δεν πατάω, σε βαθμό κακουργίματος. Έχω την κακή συνήθεια να καλημερίζω τον ανυποψίαστο κόσμο και το χειρότερο, να τα κάνω όλα αυτά χαμογελόντας. Δηλαδή προκαλώ από μόνος μου. Για να φανταστείτε προχθές, ανοίγοντας μία πόρτα καταστήματος για να βγω, πέρασα και συνέχισα να την κρατώ για να περάσει και αυτός που ήταν ακριβός από πίσω μου!!! Το τραγικό είναι πως του χαμογέλασα κι'όλας. Ενώ όλοι γνωρίζουμε ότι οι καλοί τρόποι επιβάλουν να αφήσουμε την πόρτα τα πέσει στα μούτρα του επόμενου και αν δεν τον πετύχουμε να του βρίσουμε την μάνα. Κάτι τέτοια κάνω συνεχώς και απορώ πως δεν έχει πέσει κεραυνός να με τσουρουφλίσει.
Είμαι τραγική περίπτωση και χρειάζομαι επειγόντως βοήθεια. Την βοήθεια του κράτους, των συνανθρώπων μου, της κοινωνίας, της εκκλησίας. Θέλω και την δική σου βοήθεια αναγνώστη μου... σε παρακαλώ...... ΑΑΑΑΑ...... είδατε;;; Πάλι είπα "παρακαλώ"... πάλι έγινα ευγενικός... είμαι τραγικός... δεν έχω ελπίδα καμιά...
....αλλά δεν θα το βάλω κάτω... θα γίνω σαν και'σας...
...θα ξαναπροσπαθήσω για άλλη μία φορά...
...γκουχ γκουχ (καθάρισμα λαιμού)
...Άντε γαμώ την πουτάνα μου. Πάρτε τον κώλο σας και κάντε κάτι μην γαμήσω ότι έχετε και δεν έχετε. Μαλάκες παλιόμπινέδες. Κάθεστε και με βλέπετε ευγενικό και γλυκό και δεν με πλακώνετε στα μπουνίδια και στης ροχάλες. Τέτοιοι καριόλιδες είστε και δεν βοηθάτε να γίνω σαν τα μούτρα σας...
...
...ε;
.....πως τα πήγα;
........καλύτερα;

μεταμόρφωση


Παρασκευή, 15 Απριλίου 2011

Περί καγκουρό και άλλων αστών.


Για να βάλουμε τα πράματα στην θέση τους.

Μέχρι και στην τηλεόραση είδαμε προσφάτως τους “κάγκουρους” να κοπανάνε φιλήσυχους και θλιμμένους “emo” στην πλατεία συντάγματος (΄κει κάτω στην πρωτεύουσα). O tempora, o mores... Συνχήστηκα με ειλικρίνεια... όχι γιατί λυπήθηκα τους emo, (άλλωστε ταιριάζει στο προφίλ τους αυτή η αδικία και ταλαιπωρία)... αλλά γιατί οι εν λόγο κάγκουροι ήταν κάτι κλανιάριδες έφηβοι με κοντά μαλλιά και πολλά σπυριά...
Και ερωτώ... οποία σχέση ανάμεσα σε τούτα τα σκατόπαιδα και τους φίλτατους κάγκουρους της κάτω Τούμπας των 80' και 90΄που τόσο καλά γνώριζα?

Έτσι λοιπόν νιώθω ότι έχω την ευθύνη να ξεκαθαρίσω μερικά πράγματα. Για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νεότεροι λοιπόν.

Ο όρος κάγκουρος ή κάγκουρας χαρακτήριζε μια συγκεκριμένη ομάδα/τύπο ανθρώπων. Αντικατέστησε παλαιότερους όρους, όπως καρεκλάδες, γκιράπια και βακέρος. Αμιγώς θεσσαλονικιώτικος όρος για το είδος του ανθρωπόμορφου αστικού θηλαστικού που ευδοκίμησε στης εκτός κέντρου γειτονιές της Θεσσαλονίκης, από τα μέσα της δεκαετίας του 80 μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 90. 

Το χαρακτηριστικό του κάγκουρα ήταν η εμφάνιση του. Βασικό στοιχείο της, η κόμμωση τύπου “χέτη”, με σχετικά μέτρια σε μάκρος μαλλιά αλλά εξαιρετικά μακριά στον σβέρκο. Επίσης απαραίτητο ήταν το μπουφάν τύπου “fly jacket” (αυτό βέβαια, εκείνη την εποχή, ίσχυε για όλους τους τύπους νεαρού Θεσσαλονικιού) στολισμένο με ραπτά από μάρκες γιαπωνέζικων μηχανών. Σε αυτό όμως που πραγματικά είχαν την αποκλειστικότητα ήταν το ψαράδικο τζιν παντελόνι κομμένο δύο παλάμες πάνω από τον αστράγαλο και η κάτασπρη κάλτσα να φαίνετε σε όλο το μεγαλείο της. Το χαρακτηριστικό όμως  από όπου πήρε τον τίτλο “κάγκουρας” ήταν ο τρόπος περπατήματος του. Περπατούσε με τα χέρια στις τσέπες του  fly jacket του, που θύμιζε μάρσιπο, και ανεβοκατέβαινε σε κάθε βήμα του τόσο που το να παραλληλισθεί με το συμπαθές μαρσιποφόρο της Αυστραλίας, ήταν αναπόφευκτο.

Βασικό αξεσουάρ του κάγκουρα ήταν το πειραγμένο παπί, με θορυβώδης εξάτμιση, βγαλμένη μάσκα και καθρέφτες, μαύρα φλας και διάφορα παρδαλά αυτοκόλλητα. Ο τρόπος οδήγησης τους επίσης χαρακτηριστικός, καμπουριασμένοι και με μέσα τα γόνατα για να μειώσουν (και καλά) την αντίσταση του αέρα για να πετύχουν μεγαλύτερες ταχύτητες.

Ο σωστός κάγκουρας σύχναζε σε “καφετέριες” πίνοντας φραπόγαλο και χάπια, ύπνους και αρντάν κατά κύριο λόγο και σε εξαιρετικές περιπτώσεις (γιορτές, αργίες και εθνικές επετείους) έπινε σιρόπια. Τον συναντούσες επίσης στο Λούνα-Παρκ του Ποσειδώνιου (που τώρα ποια στην θέση του βρίσκετε το μέγαρο μουσικής), στα αναψυκτήρια της Αρετσούς και πίσω από τον σιδηροδρομικό σταθμό. Πρότυπο χουλίγκανου και εξαιρετικά επικίνδυνος όταν βρισκόταν με το κοπάδι του.

Δυστυχώς ή ευτυχώς αυτό το είδος αστικού θηλαστικού εξαφανίστηκε ανεπιστρεπτί αφήνοντας την θέση του σε άλλα είδοι και χαρίζοντας το όνομα του σε ένα άλλο είδος αθηναικικού αστικού θιλαστικού που στην πραγματικότιτα καμία σχέσει έχει με τον ορίτζιναλ κάγκουρα. Φήμες λένε ότι στην σημερινή εποχή, ερευνητές έχουν συναντήσει κάγκουρους χαμένους βαθιά μέσα στην αστική ζούγκλα της δυτικής Θεσσαλονίκης. Οι φωτογραφίες όμως που έχουν τραβηχτεί δεν μπορούν να το αποδείξουν.

Ελπίζω να κατάφερα να αποσαφηνίσω μερικά θέματα που ταλαιπωρούν τον σύγχρονο πολιτισμό μας.

Ευχαριστώ...

Πέμπτη, 14 Απριλίου 2011

και σκεφτόμουν τον Αsterix


...και σκεφτόμουν τον Αsterix. Και τον Ovelix... Γιατί αυτοί πάνε πακέτο... (Εκτός του πρώτου τεύχους "Asterix ο Γαλάτης" όπου ο χοντρούλης συμμετέχει ως κομπάρσος).
Τι να πει κανείς για αυτούς; 
Και γενικότερα τι να πει κανείς για αυτό το χωριό στην Αρμορική; Και στο φινάλε πως το λένε αυτό το χωριό; Δεν έχει όνομα; Μόνο οχυρά γύρω του; Που ακόμα και αυτά έχουν όνομα (Petibonum, Lavdanum, Babaorum, Aquarium). Το χωριό ντιπ! Τίποτα! Δηλαδή τι είπε ο Καίσαρας; "...θα κάνουμε τέσσερα οχυρά γύρω από το χωριό... τι;;;;;" .... Οκ... Προφανώς το αποκάλεσε ως "χωριό των τρελών" (έχουμε και ντοκουμέντα). Αλλά πώς είναι το επίσημο του όνομα; Χωριό των τρελών; Του Asterix; Του Mazestix; (στις πρώτες ελληνικές εκδόσεις έχει το όνομα Μοναρχίξ) ή απλά "το χωριό στην Αρμορική" λες και άλλα χωριά δεν υπήρχαν εκεί. Τέλος πάντων, το προσπερνάω.
Τι να πει κανείς για το δίδυμο Asterix - Ovelix... ή μήπως να πω ζευγάρι; Γιατί όχι; Ακούστηκε και αυτό... Και βεβαίως δεν είμαστε ομοφοβικοί. Γούστο τους και καπέλο τους άμα τους κάνει κέφι. Βέβαια οι σκεπτικιστές θα πουν πως ο Ovelix στο "Asterix Λεγεωνάριος" ερωτεύεται γυναίκα. Σωστό... αλλά αυτό δεν μας λέει και πολλά. Αυτός ήταν χαζούλης και η τύπα ήταν (με το συμπάθιο) γκομενάρα!!! (Και που ήταν αυτή τόσο καιρό; Και γιατί δεν ξαναεμφανίστηκε;). Και τι; Έτρεξε και αυτός και ο κολλητός του στου διαόλου τον πάτερο... και; Τα φτιάξανε; Όχι... Την παραχώρησε στον ξανθό μπρατσαρά μόντελο. Μήπως γοητευτικέ περισσότερο από τον λεγάμενο; Ε; ...όλα είναι πιθανά. Αλλά λέω τώρα εγώ... και άντε πες ότι ο Ovelix είναι ότι είναι... Ο Αsterix Τι ρόλο βαράει; ... σεξουαλικός εννοώ... Τον είδε κανείς ποτέ με γυναίκα; Έστω, να κάνει κόρτε. Λίγο... Όχι, ποτέ, καθόλου. Βέβαια τώρα θα μου πείτε πως ούτε να κάνει την ανάγκη του τον είδαμε ποτέ. Αυτό σημαίνει πως δεν χέζει; ...Όχι βέβαια... αλλά αυτό είναι αλλιώς. Ο έρωτας και το φλερτ είναι ένα σύνηθες θέμα σε ιστορίες αλλά η αφόδευση όχι. Έτσι το λοιπόν ποτέ δεν εθεάθη ο κοντός μας ήρωας να είναι τρυφερός με γυναίκα. Ενώ τον χοντρούλη αγκαλίτσα τον έχει στα όπα όπα... με υστερικούς καβγάδες ενίοτε... δηλαδή, κανονικά ζευγαράκι. Και με τον Indefix (στις πρώτες ελληνικές εκδόσεις έχει το όνομα Κατουρλίξ) για υποκατάστατο ενός παιδιού. Όχι πως έχει σημασία βέβαια... αλλά να!... δίνουν δικαιώματα στις κακές τις γλώσσες να λένε.
Και άντε ο Asterix και o Ovelix με τον Indefix τους... Όλοι οι άλλοι του χωριού είναι παντρεμένοι. Πλην του δρυίδη και του βάρδου για ευνόητους λόγους. Είναι ιδιαίτερα λειτουργήματα για την κοινωνία των Γαλατών (πέρα από άλλα, ήταν οι μόνοι που είχαν το δικαίωμα να διδάσκουν). Όλοι οι άλλοι οικογενειάρχες... Ναι. Οκ. Παιδιά δεν έχουν; Έστω ένα! Κανείς; Άντε ο Mathusalix (στις πρώτες ελληνικές εκδόσεις έχει το όνομα Παλεοντολογίξ). Με την ηλικία του, τι να καταφέρει; Οι άλλοι; Δεν εκτελούν τα συζυγικά τους καθήκοντα; Και ποιανών είναι κάτι παιδάκια που φαίνονται συνήθως στο πρώτο καρέ κάθε τεύχους; (στον πρόλογο, εκεί που βλέπουμε ένα γενικό πλάνο του χωριού). Μούλικα είναι ή κομπάρσοι; Γιατί οι επώνυμοι χωριάτες είναι άτεκνοι; Μήπως το μαγικό φίλτρο προκαλεί στειρότητα (και γιαυτό δεν είχε περαιτέρω εμπορική επιτυχία); Και σε ποιόν θα μείνει το σιδεράδικο ή το ιχθυοπωλείο; Μα τι λέω;;; Ποιος θα διαδεχθεί τον Αρχηγό;;; Και ποιος θα κυβερνήσει αυτό το ανώνυμο χωριό...Ε; Χμμμ... Θέμα... και πώς αλλάζει η εξουσία στο χωριό; Με διαδοχή, δημοκρατικές διαδικασίες και εκλογές ή με συνέλευση των πρεσβυτέρων ή των πολεμιστών; Πως; Όμως.... Ένα ένα τα θέματα όμως γιατί όσο εμβαθύνουμε τόσο προκύπτουν σοβαρά ζητήματα. 
Και άντε πες πως το μαγικό φίλτρο προκαλεί στειρότητα. Δεν το πήρε χαμπάρι κοτζαμάν Δρυίδης; Και άντε και να το πήρε, τι θα έκανε; Αν τους το έκοβε ή αν έβγαζε την βρόμα, εκτός του ότι θα έβαζε σε κίνδυνο την αυτονομία του χωριού, μετά δεν θα είχε και ο ίδιος καμία χρησιμότητα. Θα ξέμενε στην καλύτερη σαν γραφικός παππούλης ή θα τον πετούσαν σε καμία γωνία να σαπίσει. Οπότε, κορόιδο είναι; Και τι τον νοιάζει αν στο μέλλον το χωριό έχει δημογραφικό πρόβλημα; Αυτός θα έχει αποδημήσει εις Κύριον. Η επιλογή είναι σαφής. Προτιμότερα τα άνετα και αφράτα γηρατειά παρά σε κανένα ρωμαϊκό γηροκομείο σειράς. Τέλος πάντων. Είναι μία πιθανότητα που δεν μπορούμε να αποκλείσουμε.
Παρόλα αυτά, δεν βλέπουμε την Μιμίνα, σύζυγο του Αρχηγού και πρώτη κυρία του χωριού, να την πιάνει καμιά τρεμούρα που θα αφήσει τον σύζυγο της χωρίς διάδοχο. Ούτε τον ίδιο. Εντάξει... αυτός είναι ένας κοιλιόδουλος ρεμπεσκές που το μόνο που ξέρει να κάνει είναι να μεθάει, να παίζει ξύλο και να βάζει τις φωνές στους βαστάζους του. Δεν περιμένουμε κάτι ώριμο από αυτόν. Αλλά της συζύγου Μιμίνας της κόβει και δεν την βλέπουμε να ανησυχεί. Γιατί; Μήπως κάτι ξέρει; Μήπως ξέρει πώς ο Mazestix είναι άσφαιρος; Μήπως ο αρχηγός κάνει μάπα σεξ; Μήπως η κυρία κάνει μάπα σεξ; 'Η μήπως υπάρχει κάποια μυστική συμφωνία με τον Βρούτο; Ο ένας να καθαρίσει τον Ιούλιο και ο άλλος να αφήσει ακυβέρνητο το χωριό, που έτσι και αλλιώς η Μιμίνα δεν πολυκάνει κέφι και προτιμάει την Λουτετία (μελλοντική πόλη του φωτός), με αντάλλαγμα  μία βιλάρα. Αλλά αυτό δεν θα το μάθουμε ποτέ.
Και μια που παραπάνω ανέφερα τους βαστάζους του Mazestix. Θα ήθελα να μείνω λίγο στο θέμα αυτό. Στα πρώτα τεύχη βλέπουμε την ασπίδα (της Αρβέρνης), και τον αρχηγό πάνω της, να την φέρουν διάφοροι τυχαίοι και άγνωστοι. Στην πορεία ανακαλύπτουμε πως οι βαστάζοι γίνονται συγκεκριμένοι χαρακτήρες. Ανώνυμοι μεν, συγκεκριμένοι δε. Τι έγινε; Προσλήψεις στο δημόσιο τομέα; Και γιατί παραμένουν ανώνυμοι; Ύποπτο αυτό. Αδιαφάνεια από τότε. 
Και το μεγαλύτερο των προβλημάτων είναι με το μαγικό φίλτρο. Γιατί δεν κυκλοφόρησε; Το ότι λόγο δρυιδικής φιλοσοφίας δεν ήταν εμπορεύσιμο είναι γνωστό. Γιατί όμως δεν χρησιμοποιήθηκε για να απελευθερωθεί όλη η Γαλατία από τον ρωμαϊκό ζυγό; Εδώ βοηθήσανε άλλους κι άλλους. Βρετανούς, Βέλγους, Ισπανούς και Φοίνικες κατά των κακόμοιρων πειρατών. Μέχρι και την Κλεοπάτρα να χτίσει ένα σούπερ καινούριο παλάτι μόνο και μόνο για να μπει στην μύτη του Ιουλίου Καίσαρ. Αντί να την πλακώσουν στις φάπες... Και ερωτώ! Γιατί δεν βοηθήσανε τους ομοεθνείς τους Γαλάτες; Ίσως γιατί τους βόλευε έτσι. Ας πούμε πως οι κομπλεξικοί χωριάτες που το χωριό τους ούτε καν όνομα έχει, φθονούσαν τους Λουτετιανούς (μελλοντικά Παριζιάνους) και τους λοιπούς αστούς της Γαλατίας. Πως η Θεσσαλονίκη δεν χωνεύει την Αθήνα ή τα Χανιά το Ηράκλειο; ε! έτσι... Ίσως απλά ο Mazestix ήταν βλαξ ή ο Πανοραμίξ κωλόγερος. Ίσως υπήρχε μία μυστική συμφωνία μεταξύ Μιμίνας και Βρούτου (βλέπε: Βίλα στο Παρίσι). Ίσως όμως υπήρχε συνωμοσία μεταξύ του δρυίδη και των εκατόνταρχων των τεσσάρων ρωμαϊκων οχυρών γύρω από το χωριό. Προσοχή!!!! Σε αυτή την περίπτωση το φίλτρο δεν υπήρχε καν... Ήταν απλά μία απλή πρασόσουπα!! Αλλά αυτό το ξέραν μόνο οι εκατόνταρχοι και ο Πανοραμίξ. Έτσι λοιπόν ο κωλόγερος δεν κατέληγε στο γηροκομείο και οι εκατόνταρχοι, από δυσμενή μετάθεση, αντί να καταλήξουν κάπου στην Γερμανία να τους σφάζουν γότθοι, βρίσκονται κάπου στην γαλλική εξοχή με αντάλαγμα μία στο τόσο να κάνουν πώς τρων φάπες από τους μεθυσμένους χωριάταρους. Ο δρυίδης, το μόνο δρυιδικό που ξέρει να κάνει είναι, ένα είδους πρέζας που το παίρνουν στο συσσίτιο οι ανυποψίαστοι λεγεωνάριοι και τους κάνει σαν δαρμένους, και ένα είδος κόκας που κάνει τους χωριάτες να νιώθουν μάγκες.... Ναι ξέρω... αυτό το σενάριο μπάζει αλλά ας μην το αποκλείουμε. Έτσι εξηγείται και το γιατί κάνεις δεν βούτηξε στην μαρμίτα με το φίλτρο όταν ήταν μικρός. Και μην ακούσω περί στειρότητας και άλλες αηδίες γιατί όταν είσαι πιτσιρικάς δεν σε απασχολούν τέτοια ζητήματα. Βέβαια, όπως αναφέραμε πιο πάνω, δεν υπάρχουν παιδιά... Αλλά... πόσο παλιό είναι το φίλτρο; Από πότε παίζει; Σίγουρα όταν ήταν μικρός ο Ovelix υπήρχε. Άρα το ίδιο θα μπορούσαν να έχουν κάνει όλοι οι συνομήλικοι του. Τουλάχιστον ο Asterix. Γιατί δεν το κάνανε; Ρε άμα σας λέω εγώ... το φίλτρο είναι μούφα!!!!
  ...τέσπα...
...πάντως...
Ένα είναι το θέμα. Τι απόγινε αυτό το χωριό και οι ήρωες μας; Μας τελείωσε; Πεθάναν όλοι από γηρατειά και λόγω ατεκνίας το χωριό άδειασε; Τους πούλησε όλους η Μιμίνα σε σκλαβοπάζαρο της Ρώμης; Βαρέθηκαν και τα παράτησαν; Προτίμησαν τελικά τον ανώτερο ρωμαϊκό πολιτισμό; Απλά τους έφαγε η μαρμάγκα; Δεν ξέρω και ούτε είμαι σε θέση να απαντήσω.
Το μόνο που ξέρω είναι πως εμένα μου ‘λείψαν...

super finika


Τετάρτη, 13 Απριλίου 2011

η πραγματοποίηση μίας ευχής


Τυχαία περιστατικά μπορούν να οδηγήσουν σε έναν κυκεώνα δύσκολων και απρόσμενων καταστάσεων. Όπως στην πραγματοποίηση μίας ευχής, που ως γνωστόν είναι το αποτέλεσμα ενός τυχαίου γεγονότος και μίας εσκεμμένης επιθυμίας. Κανείς όμως δεν μπορεί να εγγυηθεί το ότι στην πραγματικότητα αυτή η ολοκλήρωση θα φέρει τα επιθυμητά και κατ επέκταση θετικά αποτελέσματα. Δεν είμαστε άλλωστε ποτέ βέβαιοι για το αν ο ίδιος ο ευχόμενος είναι σώας τας φρένας, αν είναι θετικά προδιατεθειμένος ή αν έχει την αίσθηση της πραγματικότητας.

σγουρόμαλλα πλάσματα με μεγάλα μάτια


Εδώ όλα μοιάζουν δυσοίωνα. Ο καιρός υγρός και ο ήλιος σχεδόν ανύπαρκτος. 
Τα σγουρόμαλλα πλάσματα με τα μεγάλα μάτια όμως είναι σε καλή διάθεση. Αυτό τα κάνει ποιο απειλητικά και ποιο ύποπτα. Όλο χαμογελάνε δείχνοντας τα μεγάλα τους δόντια.
Το χειρότερο είναι πως τα πλάσματα με τα ίσια μαλλιά και τα μεγάλα μάτια είναι άφαντα αλλά μπορείς να ακούσεις τα σφυρίγματα και τις φωνές τους τα μεσημέρια. 
Όλα αυτά κάνουν τον τόπο τρομακτικό και βαρύ. 
Δεν μπορώ ακριβός να περιγράψω με ποιον τρόπο ακριβός τα πλάσματα με τα μεγάλα μάτια προκαλούν αυτές τις ανησυχίες. Όταν εστιάζουν πάνω σου, χωρίς να καταλαβαίνεις πως, σε καθηλώνουν αναγκάζοντας να εστιάσεις και εσύ στα μάτια τους. Όταν αντιλαμβάνεσαι πως η δύναμη σου εξαντλείται, είναι πλέων αργά. Είσαι ήδη καταρρακωμένος. Το απαίσιο όμως είναι ότι όταν παίρνουν το βλέμμα τους από πάνω σου και σταματάν να σου ρουφάνε την ουσία, τότε ξαφνικά νιώθεις εξαρτημένος και προσπαθείς να το ξανατραβήξεις πάνω σου. Αυτά τότε συνήθως απομακρύνονται πολύ γρήγορα από εσένα αφήνοντας ανίκανο να τα ακολουθήσεις. Το περίεργο είναι γιατί δεν σε αποτελειώνουν, από την στιγμή που είσαι πλέον αβοήθητος και ανήμπορος. Ίσως σε αφήνουν να επανακτήσεις τις δυνάμεις σου, ας πούμε να ξαναγεμίσεις, για να μπορέσουν να σε ξανάεκμεταλλευτούν. Σαν κάποιο είδος καλλιέργειας. Δεν πιστεύω ότι το κάνουν απλά από κάποιο είδος λύπησης γιατί δεν έχω ικανά τέτοιου είδους βάναυσα πλάσματα να νιώσουν κάτι σαν λύπηση.

Τρίτη, 12 Απριλίου 2011

Ιερός Πόλεμος



Ο Μέγας Καλλιτέχνης


Ο Μέγας Καλλιτέχνης προσπαθούσε μάταια να πιάσει τα βαθύτερα νοήματα της τέχνης. Θεωρούσε τον εαυτό του χαρισματικό, οπότε του φαινότανε παράξενο το ότι δυσκολευόταν τόσο να καταλάβει. Ώρες ατελείωτες καθόταν μπροστά από τον καθρέφτη του και αναρωτιόταν πως και ένας τόσο ταλαντούχος νέος δεν τα κατάφερνε. Πώς ήταν δυνατόν, ότι ζωγράφιζε να ήταν απαίσιο και ότι έλεγε να ήταν ανούσιο? Ότι τραγουδούσε φάλτσο και ότι έφτιαχνε τελείως άχρηστο. Μα πώς? Αφού ήταν μία διάνοια! Και χρόνος περνούσε ακατάπαυστα και παρόλο που αυτός σκεφτόταν με όλη του το είναι. Το νόημα των πάντων δεν έπαιρνε μορφή ποτέ μπροστά του, παρόλο που το κατείχε. 
'Ήταν μάταιο. Ποτέ δεν θα μπορούσε να γίνει ο Μεγαλύτερος Καλλιτέχνης που πάντα ονειρευόταν. Και τώρα, τι θα έλεγε στον κόσμο που τόσες ελπίδες έτρεφε γι' αυτόν? Πως θα αντίκριζε τον εαυτό του στον καθρέφτη? Και είχε τόσα να πει.
Ανατρίχιαζε στην σκέψη και μόνο. Αλλά αυτό δεν ήταν δυνατόν να μείνει έτσι γιατί έχανε οποιοδήποτε νόημα η ύπαρξη όλων. Το να κατέχεις το νόημα των πάντων δεν φτάνει, δεν αρκεί, πρέπει να το ξέρει ολόκληρος ο κόσμος. Αλλά πώς μπορούσε να πείσει τον κόσμο γιαυτό?
'Έξαφνα του ήρθε μία αναλαμπή, ένα ουράνιο δώρο. Ως  Μέγας Καλλιτέχνης που ήταν, δεν χρειαζόταν να δημιουργήσει Μεγάλη Τέχνη. Χρειαζόταν μόνο να βαφτίσει τις δημιουργίες του  Μεγάλη Τέχνη.
Και έτσι έπραξε. Βάφτισε την τέχνη του, φόρεσε τα καλά του, πήρε το πιο σνομπ ύφος που διέθετε, ανασήκωσε την μύτη του όσο μπορούσε και πρόβαρε τις ψωνισμένες του ατάκες.
Και πράγματι. Μετά από λίγο η αναγνώριση έπεσε στην αγκάλη του.
Επιτέλους, δεν ήταν κενός. 'Ήταν ο  Μέγας Καλλιτέχνης. Μπορούσε πλέον ο κοσμάκης να συνεχίσει να ζει ήσυχος.

Ανούσιες συζητήσεις γεμάτες ουσία.


α)- Τι έχεις?
β)- Τίποτα!
α)- Πως τίποτα?
β)- Ε, τίποτα σου λέω!!!
α)- Ε δε σε βλέπω, πως είσαι?
β)- Τι εννοείς? πως είμαι?
α)- Έτσι!
β)- Πώς έτσι?
α)- Εεεε!!!
β)- ....
α)- Θα μου πεις τι έχεις?
β)- Τι-πο-τα!
α)- Μα τι έγινε?
β)- Αν δεν καταλαβαίνεις!
α)- Τι να καταλάβω?
β)- Τίποτα!
α)- Κάτι έγινε!
β)- Ε!
α)- Κάτι έκανα εγώ?
β)- ...
α)- Θα μου πεις?
β)- Μ' αρέσει που κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις!
α)- Άρα κάτι έχεις!
β)- Φυσικά!
α)- Τι μου λες τότε ότι δεν έχεις τίποτα?
β)- Καλά άστο.
α)- Τι άστο ρε 'συ, πλάκα μου κάνεις?
β)- Αφού δεν σε νοιάζει!
α)- Καλά είσαι μαλάκας?
β)- Θα βγεις και από πάνω τώρα?
α)- Έκανα κάτι?
β)- Δεν έκανες?
α)- Μα τι έκανα?
β)- Τίποτα!
α)- Τα έχεις παίξει τελείως?
β)- Είσαι μεγάλος μαλάκας τελικά!
α)- Γιατί?
β)- Δεν ξέρεις?
α)- Όχι!
β)- Τι να σου κάνω λοιπόν?
α)- Να μου πεις τι έγινε!
β)- Άστο.
α)- ...
β)- ...
α)- ...
β)- (μιμείται τον α) Μα τι έγινε?
α)- Τι θέλεις τώρα?
β)- Τίποτα.
α)- ...
β)- Τι έπαθες?
α)- ...
(Και μπορούμε να πάρουμε τον διάλογο από την αρχή, αντιστρέφοντας τα πρόσωπα. Δηλαδή ο α) να γίνει β) και αντίστροφα)

Δευτέρα, 11 Απριλίου 2011

τζούμ τριαλαρό






βάλτε τα μαχέρια σας εκεί που γνωρίζετε...


Είναι μία ακόμα τραγική ιστορία αλλά οφείλω να σας την διηγηθώ.
Ένα μίζερο βράδυ γεμάτο μοναξιά και συναισθηματική ανασφάλια είχα την ανάγκη να κάνω την ανάγκη μου. 'Ημουν όμως σε λάθος τόπο και χρόνο. Βέβαια και οι ανάγκες είναι ανάγκες (να τα λέμε και αυτά) και όλοι γνωρίζουμε από τέτοιες. Το μόνο που μπορούσα και επιτρεπόταν να κάνω ήταν να καταπιέσω σωθικά και ορμόνες χωρίς γκρίνιες. Αυτό έπραξα με πείσμα και αυταπάρνηση, γιατί πραγματικά αυτό που ήθελα ήταν να ενταχτώ και εγώ επιτέλους στην κοινωνία των καθωσπρέπει ευυπόληπτων που δεν κάνουν οτιδήποτε που ίσος μπορεί να προσβάλει τα ήθοι και τα έθιμα της εκάστοτε επαρχίας. Καταπιέστικα το λοιπόν προσπαθώντας να πείσω τον εαυτό μου ότι “ανάγκη είναι θα περάσει”. Αυτή η τακτική είχε μερική επιτυχία αλλά προέκυψε το αναπόφευκτο. Κοινός, όταν δεν κάνεις τα κακάκια σου, στην ώρα τους, πέρδεσε.
Παρ όλη την αυτοσυγκράτηση λοιπόν, το μεθάνιο με αφετηρία τον αφεδρόνα μου, απλώθηκε γύρο ολούθε. Κανείς δεν αντέδρασε, ίσως γιατί όλοι γύρο μου ήταν ευυπόληπτοι πολίτες στους οποίους δεν επιτρέπετε καμία αντίδραση. Το περίεργο όμως ήταν ότι το μεθάνιο, κοινός η πορδή μου, άρχισε να πέρνει, σιγά σιγά, την μορφή ενός ζευγαριού με στολές των SS. Εξεπλάγην. Τι σου είναι μιά κλανιά αναρωτήθηκα από μέσα μου.
Το φρέσκο ζευγάρι των κλασμένων ναζιστών αξιωματικών αμέσως μπήκε σε δουλειά. Είχε σκοπό να καθαρίσει τον μάταιο κόσμο τούτο από τις κατώτερες φιλές που μόλυναν την κλασμένη τους ύπαρξη. Οι ευυπόληπτοι πολίτες πανικοβλήθηκαν και μείναν ακίνητοι μουρμουρίζοντας μεταξύ τους ότι αυτό είναι αδικία, όπως κάνουν πάντα όταν πανικοβάλοντε. Το θηλυκό SS του ζευγαριού μου έριξε μία ματιά και μετά έκανε ένα νεύμα στο αρσενικό SS πόρδο.  Αυτόματα αυτός τράβηξε το περίστροφο του από την θήκη του και με σημάδεψε.  Άκου να δείς... και προ ολίγου ήταν μέσα στον κόλο μου. 
Προσπαθούσα σθεναρά να ενταχθώ με τους ευυπόληπτους και να μείνω και εγώ αδρανείς, αλλά αυτό πήγαινε πολύ. Δεν κρατήθηκα και χαμογελώντας (γιατί πραγματικά το έβρισκα πολύ αστείο) του είπα "...μα για ποιο λόγο θέλετε να με πυροβολήσετε κύριε;". Αυτός γύρισε και κοίταξε το έτερον του ήμισυ και αυτό (αυτή) έφτυσε κάτι στα γερμανικά και αυτός αυτομάτως πυροβόλησε. Προς κακή του τύχη το όπλο αντί για "μπάμ" έκανε "προύτς" και αντί για βλήμα βγήκε ένα πράσινο σηνεφάκι. Κάποιοι ευυπόληπτοι δεν κρατήθηκαν και τους ξέφυγαν μερικά χαχανητά, ο ναζιστής πρασίνισε και η ναζίστρια κοκκίνισε. 
-Αμάν βρε πουλάκι μου, του είπα, τι κάνεις; Θα πάθετε τίποτα.
Αμέσως η SS θηλυκή κλανιά άρχισε να τσιρίζει και να βρίζει στα βαβαρικά. Αυτός σάστισε και τράβηξε το μαχαίρι του και άρχισε να τσιρίζει "θα σε μαχαιρώσω, θα σε μαχαιρώσω, θα σε μαχαιρώσω" ("Τα ζε μαχεγώζσω" για την ακρίβεια). Αυτή άρχισε να κοκκινίζει ακόμα πιο πολύ και αυτός να συνεχίζει να ωρύεται. Οι ευυπόληπτοι πολίτες είχαν λακίσει διακριτικά και αθόριβα. Με είχαν αφήσει μόνο μα τα δημιουργήματα της κλανιάς μου. Δίκαιο, δεν λέω. Όπως τα κάνεις έτσι τα τρώς. Επίσης εγώ συνέχιζα να θέλω να κάνω κακάκια. Τρόμαζα στην ιδέα πως θα ξανακλάσω. Ποιος ξέρει τι θα προέκυπτε πάλι. Η κατάσταση κάπως έπρεπε να λυθεί άμεσα.
-Λοιπόν παλικάρι μου άκου τι θα γίνει, του λέω. Εγώ θα πάω για χέσιμο γιατί ποιος ξέρει τι θα κλάσω στην συνέχεια. Εσύ τώρα κάνε ότι θες. Θες να με μαχαιρώσεις, καλώς. Αν και με το συμπάθιο, θα μου κλάσεις την μάντρα με τα αρχίδια. Εγώ πάντως λέω να συνεφέρεις την συνφασίστρια σου γιατί δεν την βλέπω καλά. 
Και πραγματικά δεν ήταν. Είχε γίνει σαν παντζάρι και είχε πρηστεί υπερβολικά. Τρόμαξε. Έτρεξε να την σώσει και εμένα με άφησαν στην ησυχία μου. Τώρα δεν έχω ιδέα πώς σώζεται μία κλανιά από το έμφραγμα αλλά αυτό δεν με αφορούσε ντιπ. Εφόσον είχαν εξαφανιστεί και οι ευυπόληπτοι πολίτες, πλέον ήμουν ελεύθερος να κάμω την ανάγκη μου. Και αυτό έπραξα.
...τελικά, τέλος καλό όλα καλά...