Δευτέρα 11 Απριλίου 2011

η μέρα της μεγάλης Μαλακίας


 - Ένα κόκκινο κρασί και ένα καραφάκι ρακόμελο, παράγγειλα με χαμόγελο.
 - Έφτασε, απάντησε με μακρόσυρτη φωνή ο ταβερνιάρης.
Το κρασί ήταν για μένα και το ρακόμελο ήταν για τον Μέτσο. Ο φίλος μου ήταν αρκούδα ή μάλλον αρκουδάνθρωπος. Καλό παιδί, με αδυναμία στο μέλι και στην ξάπλα. Ήμασταν φίλοι από τότε που ήμασταν απλά ζώα του δάσους και συχνά πυκνά, βρισκόμασταν για να πιούμε, να πούμε τα νέα μας και να θυμηθούμε τα παλιά μας.
 - Τι θα φάτε μάγκες, ρώτησε ο ταβερνιάρης φέρνοντας τα ποτά.
 - Τα άντερα μας, του απαντήσαμε συγχρονισμένοι και οι δυό με ένα στόμα.
Κοιταχτήκαμε και βάλαμε τα γέλια. Κάτι τέτοια αποτελέσματα έχουν οι χρόνιες και συσσωρευμένες κοινές μνήμες που αναπόφευκτα οδηγούν σε κοινούς κωδικούς.
Η παραγγελία μας ήταν μεγάλη. Μία κερήθρα στα κάρβουνα, συκωτάκια σχετικά ωμά, πράσο σαλάτα (με έξτρα σος από αίμα για μένα), καβουρντισμένες ακρίδες και φιλέτο σολομού. Ήμασταν τακτικοί πελάτες της συγκεκριμένης ταβέρνας, γιατί ο μάγειρας ανεχόταν τα γούστα μας, χωρίς να στραβώνει και να κάνει περίεργες ερωτήσεις.
 - Και, τι νέα? ρωτάω.
 - Τα δικά σου... απαντάει, και ξαναβάζουμε τα γέλια.
Εκείνη την στιγμή, μπαίνει στο μαγαζί, ένας κύριος καθωσπρέπει, με γραβάτα και τα όλα του.
Με κινήσεις γαλαζοαίματου, ανεβαίνει πάνω σε ένα τραπέζι, στέκεται όρθιος, κλείνει σφιχτά το στόμα του, βουλώνει με το χέρι την μύτη του και αρχίζει να φυσάει δυνατά. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να αρχίσει να φουσκώνει, τα χαρακτηριστικά του προσώπου του να αρχίζουν να πρήζονται, τα μαλλιά του να μακραίνουν και να σγουραίνουν κοκκινίζοντας, και αστείοι ήχοι να  ξεπετάγονται, με μορφή φωσφοριζέ νοτών, από τα αφτιά του που είχαν πάρει σχήμα τρομπετών. Ο κόσμος από το μισό μαγαζί (το μισό του μπαίνοντας δεξιά), άρχισε να τον χειροκροτεί με ενθουσιασμό, αφήνοντας αδιάφορους τους πελάτες του υπόλοιπου μαγαζιού. Μετά από λίγο, εμφανίστηκε ο ταβερνιάρης από την κουζίνα, φορώντας κράνος και κρατώντας ένα τηλεκοντρόλ. Σημαδεύει, τον σοβαρό κύριο που πλέον δεν ήταν σοβαρός κύριος, με το τηλεκοντρόλ και πατάει το off. Ο εν λόγο κυριούλης, μπζζζτ, εξαφανίζετε από προσώπου γης και από προσώπου δικού μας, κάνοντας τους πελάτες που καθόταν στο μισό του μαγαζιού (μπαίνοντας αριστερά), να σηκωθούν όρθιοι χειροκροτώντας και αλαλάζοντας. Όλα μετά από λίγα δευτερόλεπτα επανήλθαν στην αρχική τους κατάσταση.
 - Τι γίνεται εδώ ρε μαλάκα? ρωτάω τον χαρούμενο Μέτσο.
 - Φιλαράκι σήμερα είναι η μέρα της μεγάλης Μαλακίας. Το ξέχασες? απάντησε. Όλο το βράδυ θα έχουμε τέτοιους καραγκιόζηδες.
Και πράγματι είχαμε μία ολονύκτια παρέλαση ευυπόληπτων πολιτών, που ένας ένας και με τα νουμεράκια τους ανά χείρας, να ανεβαίνουν πάνω στο κεντρικό τραπέζι της ταβέρνας και να κάνουν την πιο μεγάλη μαλακία που μπορούν να κάνουν. Ο σκοπός τους και κατ επέκταση ο σκοπός της βραδιάς, ήταν να συγκεντρωθούν όσο πιο πολλές και έντονες μνήμες είναι δυνατόν να μαζευτούν σε ένα κεφάλι και μετά να καταφέρουν να τις αποβάλουν, με την μία και όλες μαζί, στον λιγότερο δυνατό χρόνο, με αποτέλεσμα να μην θυμούνται τίποτα από τις μαλακίες που κάνανε το προηγούμενο βράδυ, αλλά να τις θυμούνται οι άλλοι.
 - Τι παθαίνουν οι κοινοί θνητοί κάθε τόσο ρε 'συ Μέτσο? κάνω.
 - Μάλλον, χωρίς να το παραδέχονται, θέλουν να γίνουν και αυτοί ζώα, σαν του λόγου μας, απαντάει χαμογελώντας.
 - Δεν ξέρω, ανταπαντάω.
 - Ξέρω εγώ, συμπληρώνει. Τους έχω μάθει τους καρμίριδες. Κοίτα τους!
Είχαν ανεβεί όλοι τους πλέον πάνω στα τραπέζια. Και οι πελάτες του μπαίνοντας δεξιά αλλά και του μπαίνοντας αριστερά μαγαζιού. Το σκηνικό είχε μετατραπεί σε έναν πανταβερνικό διαγωνισμό μαλακίας που όλοι συναγωνιζόταν τους πάντες. Μόνο εγώ και ο Μέτσο καθόμασταν, ακόμα, στο τραπέζι μας, τρογοπίνοντας και μι κάνοντας μαλακίες. Η ώρα περνούσε όμως. 
 - Βολκ, άρχισα να νυστάζω και τους βαρέθηκα τους μαλάκες, μου λέει ο Μέτσο.
 - Οκ! του απαντάω. Πάμε. Και εγώ θέλω να βγω και να της στίσω παγανιά.
 - Ρε ΄συ Βολκ. Έχω ένα κακό προαίσθημα με αυτή την ιστορία σου.
 - Και εγώ Μέτσο. Το ίδιο έχω, είπα.
Γύρισε, με κοίταξε, μου χαμογέλασε και μου αποκρίθηκε.
 - Κάνε ότι καταλαβαίνεις. Εσύ ξέρεις καλύτερα. Δεν είσαι δα και κανένα κουτάβι, είπε και σηκώθηκε.
 - Αν την πατήσω ρε Μέτσο, θα έρθεις να με σώσεις? τον ρώτησα γελώντας.
 - Όπως πάντα Βολκ. Όπως πάντα.
Και έτσι χωρίσαμε για εκείνο το βράδυ, αφήνοντας τους ανθρώπους στην Μεγάλη Μαλακία τους.

Παρασκευή 8 Απριλίου 2011

fucking weather





...μήπως, καλά έκανε η Εύα που έφαγε το μήλο?


...μήπως, καλά έκανε η Εύα που έφαγε το μήλο?
...εδώ σε θέλω!

Τι θα γινόταν αν καθόταν στα αυγά της και άφηνε ανέγγιχτο τον απαγορευμένο καρπό?
Ο Αδάμ, δεν υπήρχε περίπτωση να τον είχε πειράξει γιατί ήταν μπούφος και απερίγραπτα φοβητσιάρης, για να αψηφήσει τις βουλές του Κυρίου... άρα ο καρπός θα καθότανε ακόμα στην θέση του και οι πρωτόπλαστοι ίσως και οι απόγονοι τους (αν ο Κύριος ημών το επέτρεπε) θα απολάμβαναν ακόμα τις ανέσεις του παραδείσου... Τρελή βαρεμάρα δηλαδή... Μα να είσαι συνέχεια στον παράδεισο και να εκπληρώνονται όλες σου οι επιθυμίες? ...να μην αναχώνεσαι για τίποτα και όλα να είναι για σένα, πριν από σένα? ...στο τέλος τις κόβεις από την σπαρίλα... κάπως σαν την Σουηδία δηλαδή αλλά στο πιο ζεστό του... boring.... Οκ! δε λέω... για διακοπές καλά είναι... ή αν η άλλη εναλλακτική είναι η κόλαση... αλλά σε γενικές γραμμές ο παράδεισος είναι τρομερά βαρετός... Την θέλει ο θνητός και λίγο την ταλαιπωρία του...
Από την άλλη... γιατί ο Παντοκράτορ, είχε μαντρωμένο το ζεύγος στον παράδεισο με το στανιό? Τους είχε κάτι σαν κατοικίδια για να κάνει χάζι ...μαμ-κακά-και νάνι ...και όταν κατούρησαν στο χαλί τους αμόλησε στον δρόμο ...εγώ να ήμουν πρωτόπλαστος, θα τα είχα πάρει κράνος... και αυτό έπαθε μάλλον και η κυρα-Εύα και πήγε και μπουκώθηκε το μήλο... Και πάνε τώρα και της τα φορτώνουν όλα... Εγώ, για να πω την αμαρτία μου (Θεέ μου βόηθα τον αμαρτωλό), την γουστάρω την Εύα... περιπετειώδης η κοπελιά!!! ...όχι σαν τον χαλβά τον άλλον...
Τέσπα... Εγώ λέω καλλίτερα έτσι... έχει το ενδιαφέρον του... το σασπένς του... την πάλη των τάξεων του... αλλιώς? ακόμα θα βόσκαμε ιερό κουτόχορτο του παραδείσου και θα βελάζαμε...
Και στο κάτω κάτω, έχουμε και την επιλογή βρε αδερφέ... κόλαση γουστάρω? παράδεισο? ...φροντίζω και όταν τινάξω τα πέταλα πάω καρφωτός... παράδεισο με το σόνι και ντε?
...δε ξέρω! έτσι λέω τώρα. Αύριο μπορεί να αλλάξω γνώμη...

...σε ξαναέχασα


...η φασολάδα ήταν απαίσια.
– Θα έπρεπε να είχα φάει τον μάγειρα τελικά. Αλλά δεν γινόταν, γιατί ξανά, είχα μεταμορφωθεί σε άνθρωπο και έπρεπε να στρώσει το στομάχι μου από το χθεσινοβραδινό θύμα μου. Βγήκα βιαστικά από το μαγειρείο, σχεδόν τρέχοντας. Οι δρόμοι ήταν ήσυχοι και όλος ο κόσμος ήταν κριμένος, από το κρύο, στα σπίτια του. Υπήρχε μόνο αυτός που ήταν πίσω μου και άκουγα τα βήματα του να με ακολουθούν.
– - Μίλησες με το φεγγάρι χθες? με ρώτησε ακουμπώντας τον ώμο μου.
- Ναι, του απάντησα, γυρνώντας απότομα.
Ήταν ένας μεσήλικας, φαλακρός με σγουρή χαίτη βαμμένη κατάμαυρη. Φορούσε χρυσά δαχτυλίδια σε σχεδόν όλα του τα δάχτυλα, χρυσή και χοντρή καδένα στον λαιμό του, που μόστραρε πάνω στην πυκνή γκατζότριχα του στήθους του και ανάμεσα από τους γιακάδες, του εμπριμέ και μισοκουμπομένου πουκαμίσου, που ήταν ασορτί με την καουμπόικη του μπότα, από δέρμα φιδιού.
- Και τι σου είπε? συνέχισε.
Από την μυρωδιά του κατάλαβα ότι ήταν μεθυσμένος. Είχε πιει το χθεσινοβραδινό νερό της βροχής, άρα γνώριζε πολλά περισσότερα από όσα μπορούσε να καταλάβει. Ήταν σίγουρο πως δεν μπορούσα να κρυφτώ από αυτόν.
- Τι θέλεις? αγρίεψα.
- Να μάθω αν σε αγαπάει? με ρωτάει με επίμονο βλέμμα.
- Το φεγγάρι αγαπάει μόνο όσους το σέβονται και το αγαπάνε και αυτοί. Και εγώ το λατρεύω και το ξέρει! απαντάω, τραβώντας απότομα τον ώμο μου για να ελευθερωθεί από το χέρι του που άρχισε να γίνετε ενοχλητικό.
- Δεν σε ρωτάω για το φεγγάρι ρε χαζέ. Σε ρωτάω γι' αυτήν, επιμένει. Σε αγαπάει ρε χαζούλι? και αρχίζει να χαχανίζει προκαλώντας την τύχη του.
- Το φεγγάρι δεν απαντάει σε τέτοιες ηλίθιες ερωτήσεις, αποκρίθηκα, αλλά εσένα τι σε κόφτει? συνέχισα.
- Έχουμε τα σχέδια μας, απάντησε χασκογελώντας με τον απαίσιο τρόπο των νάνων.
Τότε κατάλαβα! Ήταν ένας νάνος των παγετώνων και είχε πάρει την μορφή λαϊκού νταλικέρη. Κινδύνευα. Έπρεπε να τρέξω όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Αλλά συνάμα τσατίστικα και δεν το κούνησα ρούπι. Δεν με ένοιαζε που ίσως κατέληγα για χιλιάδες χρόνια παγωμένος και χωμένος βαθιά μέσα σε έναν παγετώνα, με νάνους να κάνουν πατινάζ από πάνω μου, χαχανίζοντας με το μοναδικά απαίσιο τρόπο τους.
- Οκ φιλαράκο, θα σου πω, του απάντησα χαμογελώντας. Χθες το βράδυ που είχε πανσέληνο, διηγήθηκα στο φεγγάρι, την ιστορία του πώς εμφανίστηκε μπροστά μου αυτή, που μάταια έψαχνα τα τελευταία χρόνια και πως την ξαναέχασα. Επίσης το ρώτησα τι μπορώ να κάνω και αν μου επιτρέπει να τις στίσω ενέδρα.
- Και τι σου απάντησε? ψέλλισε ο under cover νάνος.
Δίστασα αλλά συνέχισα.
- Η απάντησή που πείρα ήταν ερώτηση.
- Τι ερώτηση? ξαναρώτισε με νευρικό, πλέον, βλέμμα.
Τώρα ήταν η σειρά μου να χαχανίζω. Δεν ξέρω τι, αλλά κάτι ήταν σημαντικό γι αυτόν.
- Η ερώτηση απάντηση, του φεγγαριού, ήταν αγαπητέ μου... Πρώτον, αν είμαι σίγουρος ότι είναι αυτή που ψάχνω, και δεύτερον, τι με κάνει να πιστεύω, ότι η ενέδρα μου θα είναι πετυχημένη.
- Και? και? και? έκανε ο νάνος με την αγωνία του να κορυφώνεται.
- Γιατί ρωτάς νάνε? και με την ερώτηση μου, έκανα το πρόσωπο του, να φιλοξενήσει τον πανικό.
- Πως με κατάλαβες λύκε? είπε αρχίζοντας να αλλάζει την μορφή του σε νάνο των παγετώνων.
Αλλά εγώ ήδη, είχα μεταμορφωθεί σε λύκο. Δεν θα έχανα ποτέ την ευκαιρία για την συνέχεια.
- Γιατί είμαι λύκος, νάνε, του απάντησα την ώρα που τον σκότωνα.
Δεν θα τον έτρωγα. Οι νάνοι είναι πικροί. Θα τον άφηνα να τον ξεκοκαλίσουν τα κοπάδια τον σαρκοβόρων κάγκουρων και χουλίγκανων της γειτονιάς που δεν έχουν εκλεπτυσμένους ουρανίσκους. Το κέφι μου πλέον είχε φτιάξει. Αποφάσισα να σκεφτώ, αυτά που το φεγγάρι μου είχε πει, κάνοντας μια βόλτα μέσα στο κρύο. Μου αρέσει το κρύο όταν είμαι λύκος.

Πέμπτη 7 Απριλίου 2011





Σκεπτόμενος στην Μαδρίτη.


Μικρά προβλήματα επικοινωνίας, βασισμένα σε μικρά προβλήματα κατανόησης ενός συγκεκριμένου κωδικού. Δηλαδή, δεν καταλαβαίνω ισπανικά. Πάλι καλά, γιατί αν καταλάβαινα, κάτι δεν θα πήγαινε καλά, για τον λόγο ότι ποτέ δεν έκατσα να τα μάθω. Οπότε, ουσιαστικά, κανένα πρόβλημα...
Επίσης πρέπει να πάψω να το παίζω φιλόσοφος εν εξελίξη, γιατί ας μην κοροϊδευόμαστε αγαπητέ μου, δεν πρόκειται να γίνω ποτέ (φιλόσοφος).
Αν και σύμφωνα με τον Σωκράτη, (πάντα μια αναφορά στον Σωκράτη αναβαθμίζει ένα κείμενο) ο φιλόσοφος δεν είναι αυτός που ξέρει (γιατί ουσιαστικά αγνοεί, το ότι δεν ξέρει) αλλά αυτός που ξέρει το ότι δεν ξέρει, με συνέπεια να θέλει να μάθει (και αυτό τον κάνει φίλο της σοφίας).
Το ότι, γνωρίζω ότι δεν γνωρίζω ισπανικά αλλά δεν έχω καμία ιδιαίτερη όρεξη να μάθω, αυτό από μόνο του με κάνει μη φιλόσοφο?
'Άσε κουμπάρε, βαθιά προβλήματα...

Κάποιος πάρκαρε το αυτοκηνιτό του δίπλα στο κρεβάτι μου


...ήταν η ώρα να ξυπνήσω.
Κακοδιάθετος, όπως κάθε πρωί, μισοάνοιξα τα μάτια μου. Χαζμουρίθηκα με πάθος και πήγα να κατέβω από το κρεβάτι. Kαι...
...ρε μαλάκα! Κάποιος πάρκαρε το αυτοκηνιτό του δίπλα στο κρεβάτι μου...
Δηλαδή έλεος πιά!!!
...Προχθές κάποιος είχε παρκάρει στο μπάνιο μου, μέσα στην ντουζιέρα και αναγκάστηκα και έκανα ντούζ πάνω στο καπό του!! 
...αλλά αυτό πάει πολύ... να μην μπορείς να σηκωθείς από το κρεβάτι σου? 
Με τα πολλά, κατάφερα να σηκωθώ και να ντυθώ (να αναφέρω ότι μέσα στην ντουλάπα με τα ρούχα μου, βρήκα παρκαρισμένο και κλειδωμένο ένα μηχανάκι, αλλά δεν είναι η πρώτη φορά). 
Πήγα στην κουζίνα για πρωινό και βρήκα ένα απίστευτο μποτιλιάρισμα... ¨κάθε πρωί τα ίδια” σκέφτηκα... Έφτιαξα καφέ και τον ήπια με βιασύνη γιατί εμπόδιζα ένα τζιπάκι να παρκάρει...
...περιττό να πω ότι ήμουν μέσα στα νεύρα...
Να μην τα πολυλογώ, επέστρεψα στο δωμάτιο μου για να πάρω το μπουφάν... την ώρα που έμπαινα μέσα είδα ένα smart να προσπαθεί να χωθεί ανάμεσα στο πάπλωμα του κρεβατιού μου και το μαξιλάρι... “ρε φίλε!!!” φώναξα αγανακτισμένος στον οδηγό του... “τι θα γίνει με την πάρτη σας?”... Ο οδηγός του smart γύρισε με απορία προς το μέρος μου... “τι?” με ρωτάει... “τι, τι?” του απαντάω... “τι τρέχει?” με ξαναρωτάει... “παρκάρεις στο κρεβάτι μου, ρε μεγάλε”, λέω... “και που να το βάλω? δεν βλέπεις τι γίνετε? πως να πάω στην δουλειά μου? ε???”, λέει...
Τι να του πεις τώρα? ...θα με έδερνε κιόλας ο μαλάκας...
...αλλά το αίμα είχε ήδη ανεβεί στο κεφάλι μου και άρχισα να ωρύομαι...
“...αν δεν έχεις που να το βάλεις, να το βάλεις εκεί που ξέρεις... και αν δεν έχεις πώς να πας στην δουλειά σου να πάρεις τα πόδια σου και να αρχίσεις να περπατάς... καραγκιόζη!!!”
....
...και τελικά με έδειρε...